επιχείρηση

επιχείρηση
Η οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα που είναι προσανατολισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών για την αγορά. Η ύπαρξη των ε. είναι χαρακτηριστικό των ανεπτυγμένων οικονομικών συστημάτων, στα οποία η παραγωγική δραστηριότητα δεν αποσκοπεί στην άμεση ικανοποίηση των ατομικών ή οικογενειακών αναγκών (π.χ. νομαδική οικονομία, πρωτόγονη γεωργία), αλλά αντίθετα είναι προσαρμοσμένη στον μηχανισμό της ειδίκευσης και του καταμερισμού της εργασίας για την παραγωγή αγαθών που προορίζονται να ανταλλαγούν. Η ε. διακρίνεται εννοιολογικά από την εκμετάλλευση. Η ε. είναι μια οργανωμένη δραστηριότητα με κατεύθυνση την παραγωγή αγαθών, ενώ η εκμετάλλευση σημαίνει το σύνολο των μέσων (κεφαλαίων, εξοπλισμού, προσωπικού) που απασχολούνται γι’ αυτή την παραγωγή. Ως αφηρημένη δραστηριότητα, η ε. βρίσκει τη συγκεκριμένη έκφρασή της στο πρόσωπο του επιχειρηματία, που είναι ο φορέας της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Ο επιχειρηματίας είναι εκείνος που, αυτόματα και με αρκετή ελευθερία πρωτοβουλίας, οργανώνει την οικονομική δραστηριότητα, η οποία αναπτύσσεται μέσα στα πλαίσια της εκμετάλλευσης. Για να εκπληρώνει αυτό το οργανωτικό του λειτούργημα, ο επιχειρηματίας πρέπει να αντιμετωπίσει τρία προβλήματα: τι θα παράγει, πού θα παράγει και πόσο θα παράγει. Επειδή παράγει όχι για τον εαυτό του αλλά για την αγορά, ο επιχειρηματίας (με εξαίρεση τις σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες παράγει κατ’ εντολή, οπότε πρόκειται για εξαρτημένη ε.) οφείλει να προβλέψει και να αξιολογήσει τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις προτιμήσεις των καταναλωτών, τους οποίους πρέπει να κατακτήσει το προϊόν. Παράγοντας για την αγορά, ο επιχειρηματίας απευθύνεται και ο ίδιος στην αγορά για να προμηθευτεί τους αναγκαίους συντελεστές παραγωγής (πρώτες ύλες, ημικατεργασμένα προϊόντα, ενέργεια, μηχανήματα και εξοπλισμός, χειρωνακτική και πνευματική εργασία κλπ.) και οφείλει να τα συνδυάσει όλα αυτά με τον καλύτερο τρόπο, ώστε να πετύχει την αναγκαία αποδοτικότητα της οικονομικής μονάδας που κατευθύνει. Επίσης, οφείλει να υπολογίσει μέχρι ποιο σημείο είναι δυνατή και συμφέρουσα η αύξηση της παραγωγής, έχοντας υπόψη το μεταβλητό του κόστους, καθώς και την έκταση όπως και τις δυνατές αυξομειώσεις της ζήτησης. Στην προσπάθεια επίλυσης των συγκεκριμένων προβλημάτων, ο επιχειρηματίας αντιμετωπίζει κινδύνους τεχνικούς (που είναι σύμφυτοι με το είδος της παραγωγικής δραστηριότητας, π.χ. δυστυχήματα και ατυχήματα παντός είδους) και οικονομικούς (σε περίπτωση που πήρε λανθασμένες αποφάσεις για το είδος, τον τρόπο και την ποσότητα του προϊόντος που παρήγαγε). Οι κίνδυνοι αυτοί συγκεκριμενοποιούνται στο ενδεχόμενο μιας ζημιάς, δηλαδή στην περίπτωση που τα έσοδα της ε. δεν επαρκούν για να καλύψουν το κόστος, δηλαδή την αμοιβή των παραγωγικών συντελεστών (μισθοί των εργατών, έξοδα για τις πρώτες ύλες, τόκοι των κεφαλαίων και γαιοπρόσοδος των ιδιοκτητών της γης). Επειδή αυτοί οι παραγωγικοί συντελεστές μπορεί να μην ανήκουν στον επιχειρηματία (και στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν του ανήκουν), αυτός υποχρεώνεται να καταβάλλει την αμοιβή τους ανεξάρτητα από την καλή ή κακή διαχειριστική έκβαση της ε. Ο κίνδυνος της ενδεχόμενης ζημίας επιβαρύνει αποκλειστικά αυτόν, ενώ, αντίστροφα, αν με μια αποτελεσματική οργάνωση και ορθή διαχείριση η ε. αποφέρει έσοδα ανώτερα από το κόστος των παραγωγικών συντελεστών που απασχόλησε, ο επιχειρηματίας απολαμβάνει αυτή τη θετική διαφορά, δηλαδή το κέρδος, ως ανταμοιβή για την ανάληψη του κινδύνου που επωμίστηκε. Από αυτό που συνηθίζεται να ονομάζεται κέρδος, ένα μέρος (ονομάζεται συνήθως κανονικό κέρδος) χρησιμεύει ως ανταμοιβή της προσωπικής δραστηριότητας και εργασίας εκείνου που διευθύνει την ε. Όταν λέγεται ότι μια ε. εργάζεται ισοζυγισμένη, χωρίς κέρδη αλλά και χωρίς ζημιά, εννοείται στην πραγματικότητα ότι ο επιχειρηματίας ασκεί ενδεχομένως τη διεύθυνση και παίρνει μια κανονική αμοιβή της εργασίας του. Εκείνοι όμως που σήμερα διευθύνουν ουσιαστικά την ε. και παίρνουν αποφάσεις είναι συνήθως στελέχη, τα οποία αμείβονται. Είναι φανερό λοιπόν ότι η λειτουργία που χαρακτηρίζει πράγματι τον επιχειρηματία βασίζεται κυρίως όχι στη διεύθυνση και στη λήψη αποφάσεων (πράγμα που μπορεί να έχουν εξουσιοδοτηθεί να το κάνουν και άλλοι) αλλά στην ανάληψη του κινδύνου, ο οποίος συνεπάγεται ζημιές και ωφέλειες, όπως το κέρδος, που είναι η διαφορά μεταξύ εσόδων και κόστους από τη διαχείριση της ε. Είναι απαραίτητη η διάκριση μεταξύ των δύο τύπων ε.: της ιδιωτικής ε., στην οποία ο επιχειρηματίας είναι ένας ιδιώτης (ή ομάδα συνεταιρισμένων ιδιωτών), και της δημόσιας ε., στην οποία επιχειρηματίας είναι το κράτος ή ένας δημόσιος οργανισμός. Εκτός από την ιδιωτική και δημόσια ε. υπάρχει ακόμα η μεικτή ε., στην οποία το κράτος συνεταιρίζεται με ιδιώτες ως προς το επιχειρηματικό λειτούργημα και τη διαχείριση της ε. Ενώ για την ιδιωτική ε. η ανάπτυξη της παραγωγικής δραστηριότητας και η ανάληψη του σχετικού κινδύνου είναι τα αναγκαία μέσα για την απόκτηση ενός οικονομικού πλεονεκτήματος, για τη δημόσια ε. η αναζήτηση του κέρδους δεν είναι τις περισσότερες φορές ο βασικός σκοπός, γιατί με την ανάπτυξη της παραγωγικής της δραστηριότητας επιδιώκεται κυρίως η εξυπηρέτηση ενός γενικότερου συμφέροντος. Αν τα φορολογικά μονοπώλια (π.χ. των σπίρτων) οργανώνονται μόνο για να αποκτηθεί η μεγαλύτερη δυνατή ταμειακή ωφέλεια για το δημόσιο, άλλες δημόσιες ε. καθοδηγούνται στη διαχείρισή τους από εντελώς διαφορετικούς σκοπούς, όπως το μονοπώλιο οινοπνευματωδών ποτών, που σε ορισμένες χώρες επιδιώκει να επιτύχει με τις υψηλές τιμές τη χαμηλότερη δυνατή κατανάλωση ενός προϊόντος, το οποίο θεωρείται γενικά επιβλαβές. Υπάρχουν επίσης και δημόσιες ε. που εργάζονται εκούσια με ζημιά, προκειμένου να εξασφαλίσουν στο κοινό ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες στη χαμηλότερη δυνατή τιμή (π.χ. μειωμένα κόμιστρα μεταφοράς για τους εργαζόμενους κλπ.). Ωστόσο, και η δημόσια ε. χαρακτηρίζεται από την ανεξαρτησία λήψης αποφάσεων από εκείνον που τη διευθύνει (και από την άποψη αυτή, διαφοροποιείται από τα άλλα όργανα της διοίκησης), από μια αντίστοιχη νομική και διαχειριστική αυτονομία και από την ανάγκη να αντιμετωπίζει επιχειρηματικούς κινδύνους για να επιτύχει ένα αποτέλεσμα με τη μέγιστη δυνατή αποδοτικότητα. Η ιδιωτική ε., στην επιδίωξή της να πραγματώσει την ατομική ωφέλεια του επιχειρηματία, μέσα στην προσπάθειά της να επιλύσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα προβλήματα που σχετίζονται με το είδος, τον τρόπο και την ποσότητα της παραγωγής, ζητάει να ικανοποιήσει πληρέστερα τις επιθυμίες και τις ανάγκες των καταναλωτών· όταν το κατορθώνει, εξυπηρετεί το κοινωνικό συμφέρον. Άλλες σημαντικές διαιρέσεις που μπορούν να γίνουν μεταξύ των διαφόρων τύπων ε. είναι και οι εξής: ανάλογα με τον τρόπο ανάληψης του ρίσκου διακρίνονται η ατομική ε. (στην οποία επιχειρηματίας είναι ένα μόνο άτομο, το οποίο ενεργεί με το δικό του κεφάλαιο), η εταιρική ε. (στην οποία επιχειρηματίας είναι περισσότερα άτομα, τα οποία συνενώνονται σε εταιρεία) και ο συνεταιρισμός. Η ατομική ε. παρουσιάζεται κατά κύριο λόγο στη βιοτεχνία και χαρακτηρίζεται από μια παραγωγική διάρθρωση ελάχιστα εξελιγμένη τεχνικά και περιορισμένη στο λιανικό εμπόριο. Η εταιρική ε. (κυρίως η εταιρεία κεφαλαίων, της οποίας η πιο τυπική μορφή είναι η ανώνυμη εταιρεία) χαρακτηρίζει αντίθετα τη σύγχρονη παραγωγική δραστηριότητα συγκεντρωμένη σε ε. συχνά αρκετά μεγάλες, των οποίων τα κεφάλαια και οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν ξεπερνούν τη χρηματοδοτική ικανότητα των επιμέρους ατόμων. Η συνεταιριστική ε., τέλος, είναι μια μορφή της εταιρικής ε., η οποία χαρακτηρίζεται από σκοπούς αμοιβαίας εξυπηρέτησης. Ανάλογα με τις διαστάσεις τους, οι ε. διακρίνονται σε μικρές, μεσαίες και μεγάλες, αλλά το κριτήριο ταξινόμησης δεν είναι ενιαίο. Ως κριτήριο μπορεί να ληφθεί ο διαχωρισμός των διευθυντικών από τα εκτελεστικά καθήκοντα (αλλά η διάκριση αυτή είναι αρκετή μόνο για να διαχωρίσει από τις άλλες τη μικρή βιοτεχνική ε., στην οποία το ίδιο πρόσωπο διευθύνει και εργάζεται ταυτόχρονα) ή ο αριθμός των υπαλλήλων και εργατών (αλλά σε ορισμένους παραγωγικούς τομείς μπορούν να υπάρχουν μεγάλες ε. με λίγους υπαλλήλους ή το αντίθετο· π.χ., μια εταιρεία επενδύσεων ή μια μικρή μεταλλευτική ε.). Διάκριση γενικής αποδοχής είναι η δυνατότητα μεταξύ ε. να επιδρούν ή όχι με τον όγκο της παραγωγής τους στη συνολική προσφορά του προϊόντος που παράγουν. Με μέτρο την ικανότητα της ε. να επιδρά στην ποσότητα και στην τιμή του είδους που προσφέρεται στην αγορά, οι ε. μπορούν να διακριθούν σε εκείνες που δρουν σε καθεστώς ανταγωνισμού (η παραγωγή κατανέμεται μεταξύ μεγάλου αριθμού μικρών ανεξάρτητων ε., από τις οποίες καμία δεν είναι σε θέση να επηρεάσει μόνη της τη συνολική προσφορά και την τιμή), σε εκείνες που δρουν υπό μονοπωλιακό καθεστώς (η παραγωγή είναι συγκεντρωμένη μόνο σε μία μεγάλη ε., η οποία, ανάλογα με τη θέλησή της, μπορεί να διακανονίσει προσφορά και τιμή) και σε εκείνες που δρουν υπό καθεστώς συνεννόησης (η παραγωγή είναι συγκεντρωμένη σε λίγες μεγάλες ε., οι οποίες συμφωνούν στη ρύθμιση της προσφερόμενης ποσότητας και των τιμών). Ανάλογα, τέλος, με τον τομέα δραστηριότητας διακρίνονται σε αγροτικές, εμπορικές και βιομηχανικές ε. Η βιομηχανική ε. (σε αντίθεση με τη βιοτεχνική) διακρίνεται και από τις μεθόδους παραγωγής, δηλαδή όταν στηρίζεται κυρίως στην ανθρώπινη εργασία ή στη χρησιμοποίηση μηχανών. (Νομ.) Η οικονομική έννοια της ε. έχει καίρια σημασία για το δίκαιο, αλλά από νομική άποψη η ε. είναι έννοια αρκετά περίπλοκη. Διακρίνεται νομικά από την εκμετάλλευση, η οποία δηλώνει γενικά την παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών με τη χρησιμοποίηση τεχνικών μέσων, ενώ η ε. θεωρεί την παραγωγή από τεχνική άποψη ως μέσο για την πραγματοποίηση ενός απώτερου σκοπού, ο οποίος συνοψίζεται γενικά στην έννοια του κέρδους. Η τελευταία αυτή έννοια δεν ταυτίζεται βέβαια πάντοτε με την ικανοποίηση ιδιωτικών συμφερόντων· αυτό είναι φανερό στις δημόσιες ε. Εξάλλου, για να υπάρξει ε. δεν απαιτείται το στοιχείο της εμπορικότητας, με τη στενή του έννοια: ε. είναι, παραδείγματος χάριν, και κλινικές που δεν είναι εμπορικές. Οπωσδήποτε, για να υπάρξει ε. είτε στον ιδιωτικό είτε στον δημόσιο τομέα είναι απαραίτητο να επιδιώκεται θεμελιωδώς η τήρηση της οικονομικής αρχής. Με αυτή τη γενική σημασία, ε. απαντώνται σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, στο εμπόριο, στη βιομηχανία, στη γεωργία καθώς και στο δίκαιο. Πάντως, από τις διάσπαρτες διατάξεις του ελληνικού δικαίου μπορεί να συναχθεί ότι η ε. αποτελεί οργανωμένη οικονομική ενότητα, η οποία συνδέεται στενά, χωρίς όμως και να ταυτίζεται, με τον φορέα της επιχειρηματικής δραστηριότητας (τον επιχειρηματία). Κατά το μέτρο που, διαθέτει σχετική αυτοτέλεια απέναντι στον τελευταίο, η ε. μοιάζει με την ομάδα περιουσίας, διαφέρει όμως από αυτή γιατί περιλαμβάνει όχι μόνο πράγματα και απαιτήσεις αλλά και πραγματικές καταστάσεις ή σχέσεις, όπως η πελατεία, η πίστη, η φήμη, παράγοντες δηλαδή που ενισχύουν την οικονομική της αξία. Ωστόσο, παρά την οικονομική της ενότητα και συνοχή, η ε. δεν αποτελεί το ίδιο νομικό πρόσωπο. Μπορεί βέβαια να μεταβιβαστεί και ως σύνολο, αλλά η ε. για τη σύμβαση έχει χαρακτήρα απλής υποσχετικής σύμβασης και συνεπώς για τη μεταβίβαση των αγαθών που την απαρτίζουν απαιτείται η τήρηση του νόμιμου τύπου που απαιτείται κάθε φορά (π.χ. μεταγραφής στα ακίνητα). Παραμένει πάντως το γεγονός ότι η ε. μπορεί να γίνει αντικείμενο υποσχετικής, έστω, σύμβασης ως ενιαίο σύνολο. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η ε. μπορεί να οριστεί ως ένα ενιαίο άυλο αγαθό, το οποίο εμφανίζει το αποτέλεσμα ή την υπεραξία της επιχειρηματικής δράσης. Κάποιες ξένες νομοθεσίες διαθέτουν ειδικό όρο για να χαρακτηρίσουν αυτή την έννοια της ε. (fonds de commerce στα γαλλικά, azienda στα ιταλικά κλπ.). Η ε. όμως αποτελεί αντικείμενο νομικής ρύθμισης, όχι μόνο ως αποτέλεσμα ή υπεραξία αλλά και ως ζωντανή οικονομική ενότητα, της οποίας η ύπαρξη και η λειτουργία ενδιαφέρουν την έννοια τάξη, είτε καθαυτή είτε σε σχέση με τον επιχειρηματία είτε σε σχέση με τρίτους. Έτσι, για παράδειγμα, τηρείται πρωτόκολλο των ε. που λειτουργούν και του διακριτικού τίτλου τους, η ε. προστατεύεται κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ρυθμίζονται τα δικαιώματα πιστωτών σε περίπτωση πτώχευσης καθώς και η μεταβίβαση δικαιωμάτων σε περιπτώσεις εφευρέσεων, οι φορολογικές υποχρεώσεις κλπ. Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι η ε. δεν είναι, όπως υποστηρίχθηκε, απλή οικονομική ενότητα, αλλά και συγκεκριμένη νομική έννοια, της οποίας όμως το περιεχόμενο διαφέρει ανάλογα με τις πολλαπλές νομικές σχέσεις με τις οποίες αναπτύσσεται η επιχειρηματική δραστηριότητα. Πρέπει να σημειωθεί ότι αρχικά, και ειδικότερα κατά το βασιλικό διάταγμα της 2/14-5-1835 για την αρμοδιότητα των εμποροδικείων (άρ. 2-3), υπήρχε ασάφεια σχετικά με τη διάκριση μεταξύ εμπορικής πράξης και ε. και πολλοί επιστήμονες είχαν τάση να ταυτίζουν τους δύο όρους. Σήμερα όμως η ε. διαμορφώνεται ως αυτοτελής έννοια και θεσμός του εμπορικού ιδίως δικαίου, το οποίο προβαίνει και σε συστηματικές κατατάξεις των ε.· για παράδειγμα, κυρίως σε εμπορικές ε. ή ε. γενικότερης σημασίας και σε βοηθητικές (όπως είναι οι ε. παραγγελίας, μεταφοράς κλπ.). Εκτός από τις προστατευτικές ή απαγορευτικές διατάξεις που διέπουν την ύπαρξη των ε., υπάρχει και πλήθος νομοθετικών διατάξεων, οι οποίες επιβάλλουν την τήρηση ορισμένων τύπων και διαδικασιών, όπως είναι τα εμπορικά βιβλία. Σημαντικό ρόλο για τις ε. διαδραματίζουν και τα Επιμελητήρια (Εμπορικό, Βιομηχανικό, Επαγγελματικό και Βιοτεχνικό). H επιχειρηματική δραστηριότητα σύγχρονης μορφής αναπτύχθηκε στη χώρα μας ουσιαστικά τον 20ό αι., χάρη στη διμιουργία της βιομηχανικής δραστηριότητας και των αντίστοιχων υποδομών (φωτ. ΦΑΓΕ). Η ανάπτυξη ενός κράτους είναι άμεσα συνδεδεμένη με την επιχειρηματική δραστηριότητά του (φωτ. Πρεσβεία Νοτιοαφρικανικής Δημοκρατίας).
* * *
η (AM ἐπιχείρηση)
1. σύνολο συνδυασμένων ενεργειών —πορείες, μετακινήσεις μονάδων, επιθέσεις, καταλήψεις εδαφών— για να πληγεί αποτελεσματικά ο αντίπαλος
2. ενέργεια, δράση για να εκτελεστεί κάτι
νεοελλ.
1. σύνολο πραγμάτων, περιουσιακών στοιχείων, σχέσεων και καταστάσεων οργανωμένων σε οικονομική ενότητα από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο
2. φρ. «ερωτικές επιχειρήσεις» — συστηματική επιδίωξη σύναψης ερωτικών σχέσεων
μσν.
καταδίωξη
αρχ.
1. επιβουλή, συνωμοσία («ὑπνωμένῳ δὲ ἡ ἐπιχείρησις ἔσται», Ηρόδ.)
2. διάπραξη («εἰς μὲν oὖv ταῡτα πολλὰς δίδωσιν ἐπιχειρήσεις ἡ τῆς συνηθείας ἀνωμαλία», Πλούτ.)
3. διαλεκτικός συλλογισμός, επιχείρημα («ἀμφότεροι κατὰ τὸν εἰκότα λόγον πεποίηνται τὴν ἐπιχείρησιν», Πολ.)
4. φρ. α) «ἐκφέρειν τὴν ἐπιχείρησιν» — ανακοινώνω τη μελετώμενη ενέργεια, δράση
β) «ἐπιχείρησιν ποιεῑσθαί τινος» — αρχίζω να ενεργώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επιχειρώ. Αξιοπρόσεκτη είναι η σημασιολ. εξέλιξη από την αρχ. σημ. «προσπάθεια, εγχείρημα» στη νεοελλ. χρήση «εγχείρημα, ασχολία με σκοπό το κέρδος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιχείρηση — η 1. ό,τι αναλαμβάνει κανείς να εκτελέσει, ενέργεια, απόπειρα για επίτευξη σκοπού. 2. οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας για εκτέλεση έργου με σκοπό το κέρδος: Εμπορική επιχείρηση. 3. πολεμικές ενέργειες που αποβλέπουν στην ήττα και την εκμηδένιση… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιχειρήσῃ — ἐπιχειρήσηι , ἐπιχείρησις an attempt upon fem dat sg (epic) ἐπιχειρέω put one s hand to aor subj mid 2nd sg ἐπιχειρέω put one s hand to aor subj act 3rd sg ἐπιχειρέω put one s hand to fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημόσια επιχείρηση — Με την ευρεία έννοια ο όρος αναφέρεται σε κάθε επιχείρηση, ανεξάρτητα από τη νομική της μορφή, της οποίας φορέας από οικονομική άποψη είναι το κράτος ή άλλος οργανισμός δημοσίου δικαίου. Με την έννοια αυτή, δ.ε. θεωρούνται όχι μόνο οι δημόσιες… …   Dictionary of Greek

  • Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού — (ΔΕΗ). Βλ. λ. ηλεκτρισμός. Tο 1950 δημιουργήθηκε μία από τις σημαντικότερες δημόσιες επιχειρήσεις της χώρας μας, η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ)· στη φωτογραφία, ο υδροηλεκτρικός σταθμός του Λούρου την εποχή έναρξης της λειτουργίας του, το …   Dictionary of Greek

  • Παγκόσμιοι πόλεμοι — Οι δύο πόλεμοι, ο A» Παγκόσμιος πόλεμος (1914 18) και ο B» Παγκόσμιος πόλεμος (1939 45), στους οποίους συμμετείχαν οι κυριότερες δυνάμεις του κόσμου. Α’ Παγκοσμιος πόλεμος. Ποτέ, στην υπερχιλιετή ιστορία της, η Ευρώπη δεν έφτασε σε τόσο υψηλό… …   Dictionary of Greek

  • παραγωγικότητα — Ειδική έρευνα των συντελεστών της παραγωγής (φύση, κεφάλαιο, εργασία) που δείχνει το μέτρο, κατά το οποίο καθένας από αυτούς συμβάλλει στον σχηματισμό του προϊόντος της επιχείρησης. Η έννοια της π. είναι ουσιαστικά οικονομική και δεν πρέπει να… …   Dictionary of Greek

  • ασφάλεια — Σύμβαση με την οποία ο ασφαλιστής, με αντάλλαγμα την καταβολή ορισμένου ποσού (που ονομάζεται ασφάλιστρο), αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο μέσα στα όρια της συμφωνίας, για τη ζημιά που έπαθε από ένα ατύχημα (α. κατά… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • απόβαση — Επιθετική πολεμική επιχείρηση από τη θάλασσα, με δυνάμεις που μεταφέρονται κυρίως με πλοία ή άλλα σκάφη, με σκοπό την κατάληψη ενός μέρους εχθρικής ακτής και την εγκατάσταση προγεφυρώματος. Στη σύγχρονη στρατιωτική ορολογία, η α. συναντάται με… …   Dictionary of Greek

  • κεφάλαιο — Το μέρος του παραγόμενου πλούτου που προορίζεται για την παραγωγή νέου πλούτου και όχι για κατανάλωση, δηλαδή για την άμεση ικανοποίηση μιας ανάγκης. Είναι ένας από τους τέσσερις συντελεστές παραγωγής μαζί με τη γη, την εργασία και την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”